inspissate |ˈinspiˌsāt, inˈspisˌāt|
verb [ with obj. ] (usu. as adj. inspissated)
thicken or congeal: inspissated secretions.
DERIVATIVES
inspissation |ˌinspiˈsāSHən|noun
ORIGIN early 17th cent.: from late Latin inspissat- ‘made thick,’ from the verb inspissare (based on Latin spissus ‘thick, dense’).
πισσα παφιτιτζιη που λέμε….
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίσσα | πίσσες |
| γενική | πίσσας | πισσών |
| αιτιατική | πίσσα | πίσσες |
| κλητική | πίσσα | πίσσες |
[
]
Ετυμολογία
- πίσσα < αρχαία ελληνική πίσσα
[
]
Ουσιαστικό
πίσσα θηλυκό
- μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ
- βλαβερή ουσία του τσιγάρου
- κάτι κατάμαυρο
- έξω ήταν σκοτάδι πίσσα
- τσίχλα (κυπριακή διάλεκτος)
Advertisement
Discussion
No comments yet.